Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Μυρωδιές ξερνά το χώμα

Αυγουστιάτικη μπόρα.
Όπως και κάθε χρονιά.
Απρόσμενα.
Τόσο σύντομα.
Φευγαλέες ψιχάλες και μακρόσυρτοι συνειρμοί.
Σκέψεις.
Μυρωδιές.
Παρελθόν.
Συνειδητά deja vu.
Συναπαντήματα.
Έμπνευση και νοσταλγία.
Μέχρι να χυθεί και η τελευταία ψιχάλα..
Πόσο αντέχει το χώμα;
Πόσο αντέχω εγώ;
Μάλλον όσο το ταξίδι της βροχής.
Όσο κρατεί ένα τελευταίο φιλί
Όσο κρατά ο ύστατος χαιρετισμός
Όσο ακούγεται το θρόισμα των φύλλων εν μέσω της βροχής.
Όσο κάνουν τα κύματα ενός χειμωνιάτικου απογεύματος να χαϊδέψουν την ακτή.
Όσο κάνει να ξεσπάσει ο πόνος.
Ξέρεις δεν σε ξεχνώ.
Συχνά φθάνουν στα αυτιά μου μελαγχολικές νότες.
Γλυκιά μελαγχολία. Αυτή που επιζητάς.
Νότες.
Σαν αυτές που ψιθύριζαν τα μοναχικά κυπαρίσσια τότε.
Και κάθε φορά που περνώ.
Περίεργα τα κυπαρίσσια.
Παρεξηγημένα θα ‘μέγα.
Συχνά σκέφτομαι πως δεν είναι τυχαία εκεί που είναι.
Τίποτα δεν ευδοκιμεί τυχαία.
Συχνά φαντάζομαι πως τα ποτίζω με τις σκέψεις μου.
Σκέψεις. Σκέψεις.
Μυρωδιές.
Αρώματα χωριού.
Αρώματα μοναξιάς.
Γαλήνη.
Ηρεμία.
Μόνο οι ήχοι από τα δέντρα που χαϊδεύονται
Για να παρηγορούν την αδράνεια τους.
Και που και που κάποιο σήμανδρο από μακριά.
Παράξενη ηρεμία.
Γαλήνια ψυχή.
Ακεραιότητα.
Μινιμαλιστικά αισθήματα.
Μια μεστή απλότητα.
Χειροπιαστή.
Όπως στις κηδείες εκείνες που η ψυχή σου είναι ίδια με των άλλων.
Και στιγμιαία βρίσκεσαι να κολυμπάς με όλους τους άλλους μαζί στην μοναξιά σας.
Μου ‘χεις λείψει.
Εσένα σε χαϊδεύουν τα δέντρα;
Οι σκέψεις μου μήπως;
Αρχίζω να πέφτω κάπως..
Η βροχή;
Οι συνειρμοί;
Οι μυρωδιές;
Το σύντομο του ταξιδιού;
Μην μου ανησυχείς.
Δεν σε ξεχνώ.
Νιώθω πως ξέρεις τα μέσα μου για σένα.
Αλλά μάλλον το υπενθυμίζω στον εαυτό μου.
Τα δάκρυα ποτέ δεν ανέτειλαν.
Μόνο λίγος θυμός.
Χωρίς λόγο.
Εξαπατώ το δάκρυ μου.
Δεν ξέρω γιατί.
Μην μου θυμώνεις.
Μόνο άκου.
Τα κυπαρίσσια.
Και κάπου στο μέσο της σύντομης μπόρας
ίσως φωλιάσει το δάκρυ μου στο χώμα.

Αλαλάζων Πόνος

Μην φοβάσαι από αυτά που λεώ
δεν θα πονέσεις
όσο κι αν προσπαθείς σκληρά και άτεγκτα
κάποια στιγμή θα πέσεις.

Μην σε τρομάζουν αυτά στο δρόμο που ‘ρχονται
κραυγές αγνόησε τες, άστες να ανατέλλουν
τίποτα να μη σκιάζεσαι
ψίθυροι του παρελθόντος μονάχα αυτοί σε μέλλουν.

Στο διάβα σου
φωνές πολλές
και λόγια ανύκουστα
θα φτιάσουν στα αυτιά σου
κάνε πως δεν ακούς
άλλο το μέλλημα σου.

Άλλη η αγάπη σου
άλλα τα βήματα σου
αλλού φέγγει ο ήλιος σου.
Στα νυχτοπερπατηματά σου.

Στα αδύνατα τα μακρινά
τα ετεροχρονισμένα
μα κατά βάθος τα πάντα δυνατά
τα πάντα ξεγραμμένα.

Είναι τα πάντα στο μυαλό
στο νου το παραμύθι
μα από μικρό παιδί
για αυτό ‘χες καρδιοχτύπι.

Ιστορίες όμορφες μοναδικές
παλμοί οξύθυμοι και νευρικοί
συνάμα παιχνιδιάρικοι
ναι ρε γι’αυτό είναι ζωή.

Για να αγαπάς να πονάς
να χτίζεις να γκρεμίζεις
να βάφεις χρώματα χαρτιά
και ύστερα να τα σκίζεις.

Δεν είναι ότι είμαι ασταθής κακός
και τυχοδιώκτης
μα στα παιχνίδια του νου και της καρδιάς
βρες ‘ναν να μου το πει πραγματικά πως το ‘χει.

Και αν μου τον βρεις
φέρτον μου θέλω να τον ρωτήσω
»Τι είναι αυτό που σε κουνά
το μπρος ή ρε το πίσω;»

Πες μου ειλικρινά
λόγια να μην μασήσεις
πες μου το πώς θα κινηθείς
τι θα αποφασίσεις.

Δεν σε ρωτώ από αφέλεια
ούτε από απειρία
είμαι απλά περίεργος
πως την αντλείς πια τόση μαγεία.

Από έρωτες,σχέσεις
και συσχετισμόυς
αόριστους μετέωρους
συχνά και άπιαστους
πες μου το π’ως
πώς το κάνες
να ερωτευθείς
αφιερώθηκες
σε κάτι
χώρις πόνο χώρις δάκρυ
πες μου το πώς
σε αυτό τον κόσμο γενιέσσαι στο πλήθος
και φεύγεις μονάχός
σε καλώ πές το μου
τί έκανες και τα κατάφερες
να ερωτευθείς
πάντα πέφτεις
μα πάντα στο τέλος πάλι θα σηκωθείς.

Αδιάφορος
Αμετανόητος
με το κενό μέσα σου
που τόσο εποικοδομητικά γεμίζεις
συναισθήματα , αναμνήσεις , χάδια
και καθιζήματα
Τέτοια μου λες πως είναι οι αναμνήσεις.

Για μια ακόμη φορά
σε ρωτώ κατάμουτρα
πάνω από έναν φίλο
λίγο απλά να σκύψεις
δυο ψίθυρους ζωής
-μην το σκεφτεσαι-
ωμά να ξεστομίσεις.

Και όπως πάντα εσύ
στα αρχίδια σου
δάκτυλο μην κουνήσεις
λικνίζεις το τσιγάρο σου
και σιγομουρμουρίζεις.

Πώς δήθεν το άλλο μου μισό
είναι ένα λουλούδι
για να βλαστήσουν οι ανθοί
θέλουν χρόνο, νερό και ένα γλυκό τραγούδι.

Πως μονάχα δεν αρκεί να σπέρνεις
τους σπόρους σου
στα εύφορα αυλάκια
»πρέπει να τρέχει και νερό»
ναι αυτό είναι ατάκα..

Πρόσεχε μου λες
για το μισό σου που κοιτάζεις
ανόητος στο πουθενά
βλέμματα σα μοιράζεις.

Είν΄το μισό σου
πιο κοντά απ’όσο εσύ νομίζεις
άρπαχτο, μύριστο, άκουσ’το
κράτα το δροσερό
και εσύ ‘σαι που θα ανθίζεις…

Τροπική Αμηχανία

Όσο περνάει ο καίρος
και όσο οι μέρες ξεφτίζουν
νιώθω την αέρινη λάβρα
όλο και πιο δυνατή.
Απόλυτη.
Ανέγγικτη.
Ανελέητη.
Και πάνω απ’ όλα τροπική.
Τροπικός καυτός αέρας
χωρίζει δυο κορμιά
και όνειρα από άλλες εποχές
δροσίζουν το διάβα του.
Μάταια.
Γαμώτο.
Όταν φυσάει αντίθετα μυρίζει σαπίλα.
Πόσο μάλλον όταν χαρίζεις και εσύ πνοές.
Πνοές ασυνείδητες.Καχεκτικές.Μίζερες.
Είναι αστείο.
Αφού εσένα δεν σου αρέσει η ζέστη.
Γιατί έχεις βαλθεί να βρεις τους τροπικούς?
Στα μέρη αυτά αισθήματα δεν ευδοκιμούν.
Το ξέρεις.
Μα γιατί..?
Πες μου.
Γιατί τα γαμάς όλα για τους ηλίθιους τροπικούς σου?
Και όμως εσύ συνεχίζεις.
Μιλάς, μιλάς, μιλάς.
Υπόσχεσαι.
Στα λόγια και στις πρόζες είσαι ταλέντο.
Κοινώς φαφλατάς.
Όμως οι πράξεις σου ζέχνουν.
Ζέχνουν την ξεροκεφαλιά σου.
Ζέχνουν την ανοησία σου.
Ζέχνουν τα λάθη σου.
Σταμάτα να μιλάς.
Βρώμισε ο τόπος από αδέξιους.
Άκου.
Ο έρωτας αποδημιτικό πουλί
κίνησε για άλλες χώρες.
Πιο κρύες.
Βαρέθηκε τους τροπικούς και τα σάπια σου.
Βαρέθηκε τον βαρύ και αέναο σου τροπικό αέρα.
Βαρέθηκε την τροπική και απαράλλακτη σου ιδιοσυγκρασία.
Ο έρωτας σου έλιωσε στο φως των τροπικών σου.
Αλλά εσύ – όπως πάντα άλλωστε- μείνε εκεί.
Στο άπλετο αυτό σου φως θα έχεις την ευκαιρία
να ψιλαφήσεις τα χονδροειδή σου σφάλματα.
Και για πρώτη φορά θα σου λείψει η δροσιά.
Η δροσιά που εσύ σκόρπισες με τις πράξεις σου.
Τη δροσιά που αρνήθηκες συχνά.
Όπως επιθυμείς.
Απόλαυσε τώρα την τροπική σου αμηχανία.

Όταν χιονίζει.

‘Όταν χιονίζει
είναι περίεργα..
Σαν πέσει στην αρχή
μανιακό χαμόγελο στα χείλη μου φωλιάζει
και όσο περνάει η στιγμή
δειλά αρχίζει μέσα μου κάτι να σιγοβράζει.
Μέσα σε θυμήματα παλιά και ξεθωριασμένες αμαρτίες
θαρρείς το χιόνι είναι η ζωή
σε νιφάδες – επιμελώς συμπυκνωμένες ιστορίες.

Όταν χιονίζει
νιώθω πολλά στα σίγουρα.
Όταν χιονίζει
αγαπώ
Όταν χιονίζει
έρχομαι
Όταν χιονίζει
φεύγω
Όταν χιονίζει
δε σε μισώ
Όταν χιονίζει
κλαίω
Όταν χιονίζει δεν μπορώ
στα μάτια να κοιτάω
όταν χιονίζει
μάταια
πληγές παλιές να ανοίξουν
προσμενάω.
Όταν χιονίζει
προσπαθώ εσένα να θυμάμαι
όταν χιονίζει
με μισώ
βαθιά
-πολύ βαθιά-
και απλά αυτό ‘ναι.

Το γαμημένο μου υπερεγώ

Είναι ένα πράγμα μέσα μου
που δεν μπορώ να φτύσω
στα πέρατα του κόσμου να χαθεί.
Μια φωνή αλλόκοτη
μήτε ανδρική, μήτε γυναικεία
φωνή απόκοσμη, καρτερική
φωνή που ζέχνει από τα σκοτεινότερα βάθη της μοναξιάς μου
που δεν την αφουγκράζομαι παρά μόνο
τις όμορφες στιγμές.
Φωνή ανθρώπινη.
Είναι φωνή που την μισώ
για όλη της την μοναξία
τον εγωισμό και τα καπρίτσια της
φωνή που με διαπερνά
και δεν αφήνει πίσω
παρά μόνο συντρίμια
και μια νεφελώδη πιασάρικη ηχώ.
Δεν ξέρω τί τελικά μπορεί να είναι
αυτό που με σπρώχνει
σε αυτά τα κρύα χείλη.
Φωνή, κραυγή ή ψίθυρος ?
Ή απλά δικό μου σκάρφισμα ?
Ποτέ δεν κατάλαβα το γαμημένο μου υπερεγώ.

Έτος

Υποτίθεται πως στα μέσα Οκτώβρη έκλεισα ένα χρόνο ως blogger
αν ο όρος αυτός είναι δόκιμος.
Γνώρισα πολλούς.
Ένιωσα πολλούς.
Μίσησα πολλούς.
Ξέχασα πολλούς.
Αγάπησα πολλούς.
Και ας μην το έμαθε κανείς σας εκεί έξω.
Για όλους εσάς μιλώ.
Δεν άρχισα αυτό το blog για κάποιον συγκεκριμένο λόγο.
Η μάλλον το άρχισα.
Αναζητούσα ταύτιση.
Και αποδοχή των σκέψεών μου.
Γιατί η μοναξιά είναι μόνο για να την μοιράζεσαι.
Μην με ρωτάτε με ποιον.
Με σας.
Με μένα.
Με τα πάντα.
Και κατά βάθως όλοι αυτό κάνουμε.
Και ας επικαλούμαστε ό,τι μας βολεύει.
Είμαστε μόνοι.
Και το μόνο που κάνουμε
είναι να ενώνουμε τις μοναξιές μας.
Blogαρουμε για να νιώθουμε λιγότερο μόνοι.
Blogαρουμε για να νιώθουμε μαζί.
Blogαρουμε για να νιώσουμε λιγότερο ένοχοι.
Blogaρουμε για να νιώσουμε πάλι παιδιά.
Blogαρουμε για να νιώσουμε έναν άλλο έρωτα.
Blogαρουμε για να χαλαρώσουμε κάπως τα δεσμά του μικροκοσμού μας.
Ή μήπως τελικά τα σφίγγουμε?
Δεν ξέρω.
Δεν θέλω να μάθω.
Και αυτό είναι σίγουρο.
Απλά γουστάρω αυτόν τον μικρόκοσμο.

Χρόνια Πολλά Momentum Mori

Ιόντα

Μου μιλάς για ιόντα,
ανιόντα και κατιόντα,
περίεργες σχέσεις μεταξύ ύλης
και μη ύλης,
πολύπλοκους συσχετισμούς,
πράγματα που δεν καταλαβαίνω
γιατί οι δικές μου σχέσεις
δεν είναι χειροπιαστές
αλλά μετέωρες
απόκοσμες
και πάνω απ’όλα ανθρώπινες
μπολιασμένες
σε εκείνο το συναίσθημα γλυκιάς προσμονής
-τα περιμένεις όλα και δεν περιμένεις τίποτα-
και αφιέρωσης
-είτε τα δίνεις όλα ή τίποτα-
που με κάνει να χαμογελώ
χωρίς λόγο
χωρίς συναίσθηση
δίχως αντάλλαγμα
γιατί ξέρω πως το χαμόγελο
και η ανάλαφρή μου σκέψη
δεν θα χαθεί
θα ταξιδέψει
επίμονα
χιλιόμετρα μακριά
μέχρι να φωλιάσει
στην ανάστατη και παιχνιδιάρα ψυχή σου
και φανεί στα μάτια σου
εκείνη η λάμψη
που θα με κάνει να ξαναχαμογελάσω.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.